- ἐννόμιος
- ἐν-νόμιος, zur Weide gehörig; τὸ ἐννόμιον, das Weidegeld
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εννόμιος — ἐννόμιος, ον (AM) [νομή] 1. ο κατάλληλος τόπος για βοσκή («μισθωσάμενοι... ὅσ ἄλλ ἐννόμια [ενν. χωρία]», επιγρ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐννόμιον φόρος βοσκής … Dictionary of Greek
ἐννόμιον — ἐννόμιος of masc/fem acc sg ἐννόμιος of neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλονομιαίος — μηλονομιαῑος, αία, ον (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἐννόμιος». [ΕΤΥΜΟΛ. < μηλονόμος + κατάλ. ιαῖος (πρβλ. ωρ ιαίος)] … Dictionary of Greek